Καταρράκτης & διατροφικές συνήθειες

  

Καταρράκτη ονομάζουμε την θόλωση του φυσικού κρυσταλλοειδούς φακού του οφθαλμού. Ο υγιής φακός είναι διαφανής. Η θόλωση του φακού προκαλεί διαφορετικού τύπου συμπτώματα.

Ανεξάρτητα της αιτίας που προκαλεί καταρράκτη, σε όλες τις περιπτώσεις το τελικό επακόλουθο είναι αποτέλεσμα της οξειδωτικής βλάβης στην πρωτεϊνική δομή του φακού που προκαλείται από την δημιουργία ελευθέρων ριζών. Η βλάβη είναι παρόμοια με τη βλάβη που συμβαίνει στην πρωτεΐνη του ασπραδιού των αυγών όταν τα αυγά ψήνονται.

Οι φυσιολογικοί προστατευτικοί μηχανισμοί του ματιού απέναντι στη βλάβη των ελευθέρων ριζών αποτελούνται από κάποια αντιοξειδωτικά συστατικά και ένζυμα του οργανισμού. Όταν υπάρχει έλλειψη (πχ στον ηλικιακό καταρράκτη), ή αυξημένη ανάγκη (πχ έναντι της ηλιακής ακτινοβολίας) αυτών των αντιοξειδωτικών, τότε σχηματίζεται ο καταρράκτης.

 

Διατροφικές συνήθειες που προστατεύουν από τη δημιουργία καταρράκτη

Άτομα με υψηλότερες διαιτητικές προσλήψεις αντιοξειδωτικών συστατικών, ιδιαίτερα βιταμινών C, E, σεληνίου και καροτενίων, παρουσιάζουν χαμηλότερο κίνδυνο για ανάπτυξη καταρράκτη. Η πρόσληψη αυτών των συστατικών προέρχεται από μια ποικιλία τροφών όπως τα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, η γλυκοπατάτα, τα καρότα, το μπρόκολο και άλλα έντονα χρωματισμένα λαχανικά, καθώς και φρέσκα φρούτα, ιδιαίτερα κίτρα (που περιέχουν βιταμίνη C και βιοφλαβονοειδή) και βατόμουρα (πλούσια σε αντιοξειδωτικές ουσίες). Η σημασία της βιταμίνης C για την υγεία των ματιών υποστηρίζεται από το εύρημα ότι οι συγκεντρώσεις της βιταμίνης C στον φακό των ματιών είναι 20-30 φορές υψηλότερες από τις συγκεντρώσεις στο αίμα. Υπάρχουν επίσης μεγάλες κλινικές μελέτες που επιβεβαιώνουν τα ανωτέρω. Σε μελέτη που εξέτασε την επίδραση της μακροχρόνιας λήψης συμπληρωμάτων βιταμίνης C σε γυναίκες, φάνηκε ότι η λήψη τους πάνω από 10 χρόνια μείωσε σημαντικά τη συχνότητα εμφάνισης του (σχετιζόμενου με την ηλικία) πρόωρου καταρράκτη. Μια άλλη μελέτη, με μεγάλο αριθμό ανδρών και γυναικών, επίσης ανέδειξε ότι η υψηλή κατανάλωση της βιταμίνης C, μόνη της ή μαζί με άλλα αντιοξειδωτικά (βιταμίνη Ε, β-καροτίνη και ψευδάργυρο), προστατεύει από την ανάπτυξη καταρράκτη. Μια τρίτη μελέτη μεταξύ γυναικών αποκάλυψε ότι άτομα με υψηλότερη πρόσληψη βιταμίνης Ε από τροφές και συμπληρώματα παρουσίασαν 14% χαμηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καταρράκτη.

Ιδιαίτερα σημαντική επίσης για την πρόληψη του καταρράκτη, είναι η αύξηση των επιπέδων της γλουταθειόνης, η οποία επίσης βρίσκεται σε υψηλές συγκεντρώσεις στον κρυασταλλοειδή φακό του ματιού. Η βιταμίνη C έχει συνεργική αντιοξειδωτική δράση με τη γλουταθειόνη. Τα επίπεδα της γλουταθειόνης μειώνονται σχεδόν σε όλες τις μορφές του καταρράκτη. Για την αύξηση των επιπέδων της γλουταθειόνης, χρειάζεται κανείς να λαμβάνει άφθονα ωμά φρέσκα φρούτα και λαχανικά, καθώς το περιεχόμενο αυτών των τροφών σε γλαουταθειόνη είναι σημαντικά υψηλότερο από ό,τι στις μαγειρεμένες τροφές.

Πρέπει επίσης να αποφεύγονται τα τηγανητά φαγητά και άλλες μαγειρεμένες τροφές που αποτελούν πηγές ελευθέρων ριζών που σχετίζονται με τον σχηματισμό καταρράκτη. Προσοχή επίσης απαιτείται στο σάκχαρο του αίματος (αποφυγή τροφών με υψηλό γλυκαιμικό δείκτη, όπως ζάχαρη, γλυκά, ψωμιά, ζυμαρικά, χυμοί φρούτων και αναψυκτικά), καθώς ο διαβήτης είναι γνωστός παράγοντας κινδύνου για καταρράκτη. Ταυτόχρονα, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι το ισχυρό αντιοξειδωτικό λιποϊκό οξύ μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη του καταρράκτη που προκαλείται από διαβήτη, εξουδετερώνοντας μια ποικιλία ελεύθερων ριζών.

 

Διατροφικά συμπληρώματα που προλαμβάνουν τον καταρράκτη

Μπορεί κανείς να λαμβάνει συμπληρώματα βιταμίνης C (1000 mg ημερησίως), βιταμίνης Ε (400 IU ημερησίως) και σεληνίου (400 mcg ημερησίως).

Χρήσιμα είναι και τα συμπληρώματα γλουταθειόνης, αλλά επειδή μερικά από αυτά δεν απορροφώνται καλά (συμπληρώματα γλουταθειόνης σε λιπόσωμη μορφή θεωρούνται ότι απορροφώνται καλύτερα), μπορεί κάποιος να αρκεστεί στα συμπληρώματα σεληνίου, καθώς το σελήνιο αυξάνει τη γλουταθειόνη στο σώμα. Άλλα συστατικά που αυξάνουν τα επίπεδα γλουταθειόνης στο σώμα είναι η Ν-ακετυλοκυστεΐνη, το λιποϊκό οξύ και η μελατονίνη.

 

Γράφει ο Καθηγητής Οφθαλμολογίας Δρ. Κωνσταντίνος Καραμπάτσας.

0 replies

Leave a Reply

Want to join the discussion?
Feel free to contribute!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *