Ποια η σχέση υπέρτασης και γλαυκώματος;

Η σχέση γλαυκώματος και υπέρτασης δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένη, καθόσον εδώ και πολλά χρόνια υπάρχουν αντικρουόμενα βιβλιογραφικά δεδομένα. Μία πολύ πρόσφατη μελέτη από την Δανία προσπάθησε να αξιολογήσει εάν υπάρχει συσχέτιση μεταξύ αντιυπερτασικής φαρμακευτικής αγωγής και ανάπτυξης γλαυκώματος.

Οι ερευνητές μελέτησαν δεδομένα 16 ετών (1996-2012) από το Εθνικό Δανικό Μητρώο Στατιστικών Φαρμακευτικών Προϊόντων, και αφορούσαν περισσότερα από 2,6 εκατομμύρια άτομα ηλικίας 40 έως 95 ετών. Από αυτή την ομάδα ελέγχου, 739.494 ασθενείς ελάμβαναν αγωγή με αντιυπερτασικά φάρμακα και 115.617 ελάμβαναν επίσης αγωγή για γλαύκωμα. Κατά τη διάρκεια της μελέτης, περίπου το 6%  των ασθενών που λάμβαναν ήδη φαρμακευτική αγωγή για υπέρταση, χρειάστηκε να ξεκινήσουν παράλληλα αγωγή για γλαύκωμα, ενώ αντίθετα μόνο το 1,3% των ασθενών χωρίς υπέρταση ξεκίνησαν αντιγλαυκωματική αγωγή. Επιπλέον, στο 32% των ασθενών με γλαύκωμα, χρειάστηκε να συνταγογραφηθεί και αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή κατά τη διάρκεια της μελέτης. Συνοπτικά, η ανάλυση κατέδειξε ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ υπέρτασης και γλαυκώματος, και συγκεκριμένα αυξημένη συχνότητα εμφάνισης γλαυκώματος σε υπερτασικούς ασθενείς. Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό για τους ιατρούς να γνωρίζουν αυτή τη συσχέτιση και να διασφαλίζουν τον κατάλληλο έλεγχο αυτών των ασθενών.

Η ανάλυση των αποτελεσμάτων ανέδειξε επίσης ότι η θεραπεία με αντιυπερτασικά φάρμακα μειώνει τον κίνδυνο ανάπτυξης γλαυκώματος κατά περίπου 43% έναντι της τάσης προ θεραπείας. Αν και τα συγκεκριμένα δεδομένα φαίνονται πολύ ελπιδοφόρα και η μελέτη περιλαμβάνει μεγάλο πληθυσμό και σύνθετες στατιστικές αναλύσεις, είναι ίσως δύσκολο να συμπεράνουμε ότι η ίδια η αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή καθυστερεί την έναρξη του γλαυκώματος. Πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη μερικοί βασικοί περιορισμοί, όπως για παράδειγμα ότι οι ασθενείς που λαμβάνουν αντιυπερτασικά τύπου β-αναστολέων, παρουσιάζουν επίσης κάποια μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης (ΕΟΠ) ως αποτέλεσμα της συστηματικής αντιυπερτασικής αγωγής. Αυτό το οποίο μπορούμε να υποστηρίξουμε με μεγαλύτερη σιγουριά από την μελέτη αυτή είναι ότι η αντιυπερτασική φαρμακευτική αγωγή μπορεί να καθυστερήσει την έναρξη της θεραπείας για γλαύκωμα, όχι απαράιτητα όμως και την εμφάνιση της ίδιας της πάθησης του γλαυκώματος.

Πηγή :

Horwitz Α, Klemp Μ, Jeppesen J, Tsai JC, Torp-Pedersen C, Kolko M. Hypertension 2017, 69: 202-210

Κερατόκωνος: Μια πάθηση όχι τόσο σπάνια όσο νομίζουμε

Στα κλασικά συγγράμματα Οφθαλμολογίας περιγράφεται ότι ο κερατόκωνος είναι μια πάθηση που εμφανίζεται με συχνότητα 1 ανά 2.000 άτομα. Ο αριθμός αυτός προέκυψε από τα δεδομένα ενός μητρώου ασθενών στις Η.Π.Α., κατά τη διάρκεια μιας πεντηκονταετίας  (δεκαετία 1930 έως δεκαετία 1980).

Η συχνότητα του κερατόκωνου δεν είχε αμφισβητηθεί, μέχρις ότου η διόρθωση της μυωπίας με laser (LASIK) κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλής τα τελευταία περίπου 20 χρόνια. Τα νέα διαγνωστικά εργαλεία που έχουμε ως γιατροί στη διάθεσή μας για τον προεγχειρητικό έλεγχο των ασθενών που θέλουν να υποβληθούν σε διόρθωση με laser, μας προσφέρουν πληρέστερη κατανόηση της ανατομίας και της βιο-μηχανικής του κερατοειδούς. Οι νέες αυτές συσκευές (κυρίως παχυμετρία, τοπογραφία, τομογραφίες OCT και Scheimpflug) καθημερινά μας αποκαλύπτουν κατά την κλινική μας άσκηση, ότι τελικά υπάρχουν πολλά άτομα που ζούν με μη διαγνωσμένο κερατόκωνο.

Σε μια αξιόλογη μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2000, ερευνητές από το Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σημαντικές φυλετικές διαφοροποιήσεις στη συχνότητα του κερατόκωνου (1). Σε ένα πληθυσμιακό δείγμα αποτελούμενο κατά 87% από λευκούς ασθενείς και κατά 11% από ασιατικής καταγωγής (ινδοί, πακιστανοί, Μπαγκλαντές), η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών με κερατόκωνο ήταν ινδικής καταγωγής. Κάνοντας χρήση δεδομένων νοσοκομειακών αρχείων, οι μελετητές διαπίστωσαν 57 λευκούς ασθενείς και 229 Ασιάτες με κερατόκωνο, δηλαδή τετραπλάσιοι ασθενείς ασιατικής καταγωγής έναντι της λευκής φυλής. Η έρευνα ανέδειξε επίσης ότι οι ασιατικές υποομάδες ήταν πιο πιθανό να παρουσιάσουν πιο προχωρημένο στάδιο κερατόκωνου και να εμφανίσουν την πάθηση σε νεότερη ηλικία. Τα αποτελέσματα αυτής της μελέτης κατέστησαν σαφές ότι υπάρχει ισχυρή φυλετική συνιστώσα στον κερατόκωνο.

Έρχεται όμως μια πολύ πρόσφατη μελέτη από την Ολλανδία, η οποία μας  προσφέρει πλέον μια πολύ καλύτερη και πιο σύγχρονη κατανόηση της συχνότητας του κερατόκωνου στον γενικό πληθυσμό ​​(2). Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης χρησιμοποιώντας την εθνική βάση δεδομένων ασφάλισης της Ολλανδίας, μπόρεσαν να εντοπίσουν ασθενείς με κερατόκωνο ηλικίας μεταξύ 10 και 40 ετών. Άν και κάποιοι νεοδιαγνωσθέντες ασθενείς μπορεί να είναι ηλικίας κάτω των 10 ή άνω των 40 ετών, η βάση δεδομένων σίγουρα καλύπτει την πλειονότητα των περιπτώσεων.

Για το έτος 2014 λοιπόν, διαπιστώθηκαν 218 νεοδιαγνωσθείσες περιπτώσεις κερατόκωνου στην Ολλανδία. Υπολογίστηκε έτσι, ότι η ετήσια επίπτωση (νέες περιπτώσεις) είναι 1 για κάθε 7.500 άτομα. Λαμβάνοντας υπόψη την μέση ηλικία κατά τη διάγνωση (28 ετών) και υπολογίζοντας το προσδόκιμο ζωής αυτών των ασθενών, ο επιπολασμός του κερατόκωνου (= αριθμός των ατόμων που ζουν με την πάθηση) εκτιμάται ότι είναι 1:375.

Αυτοί οι αριθμοί είναι εντυπωσιακά υψηλοί και πέντε έως δέκα φορές υψηλότεροι από ό, τι πιστεύαμε προηγουμένως. Καθώς οι Κάτω Χώρες δεν παρακολουθούν φυλετικές πληροφορίες στην ασφαλιστική βάση δεδομένων τους, οι συντάκτες της μελέτης δεν μπόρεσαν να δώσουν μια εθνική / φυλετική κατανομή του πληθυσμού της μελέτης. Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη αυτή μας προσφέρει έγκυρα περαιτέρω στοιχεία ότι ο αριθμός των ανθρώπων που ζουν με κερατόκωνο είναι πολύ υψηλότερος από ό, τι προηγουμένως υποθέταμε.

Πηγές:

  1. Pearson AR, Soneji B, et al, Does ethnic origin influence the incidence or severity of keratoconus?,  Eye (Lond) 14:625-628, 2000
  2. Godefrooij DA, de Wit GA, et al, Age-specific incidence and prevalence of keratoconus: a nationwide registration study, Am J Ophthalmol, Dec 28 2016, epub ahead of print